Κυριακή

ενας αγγελος ειναι εκει ψηλα .....

Υπάρχουν στιγμές μοναξιάς στην ζωή μας και όχι μόνο ….

Που ζεις με αναμνήσεις …….

Υπάρχουν μέρες στιγμές χρονικές περίοδοι που σου έρχονται στο μυαλό παλαιά πρόσωπα αγαπημένα και αναρωτιέσαι τι θα γινόταν αν ….πως θα ήταν εφόσον … γιατί κατέληξε έτσι ….γιατί έχω κάνει τόσο μεγάλο κακό σε συνάνθρωπους μου …… Περπατώ στην Αθήνα μόνος ….Έχω ξυπνήσει χωρίς λόγο , ένα όνειρο μια ταχυκαρδία, δεν θυμάμαι τι είδα….
λείπω καιρό από την πόλη μου και παντα μου άρεσε να την περπατάω
Βάζω μπουφάν παίρνω γεμίζω τις τσέπες τσιγάρα

Έχω όρεξη για βόλτα …..
Το κόβω ποδαράτος . Βυθισμένος στις σκέψεις μου .

Τι έγινε που πάω με το δερμάτινο και το τσαντάκι στο χέρι …
Έχω φτάσει στο πολεμικό μουσείο ….Ο κόσμος φαίνετε τόσο μακριά και όμως περπατούν διπλά μου .

Σύνταγμα …… φωτισμένο αλλά μου βγάζει μια θλίψη
Σκέψεις . . τι κάνω εδώ και που πάω … ποσά χρόνια έχω να περπατήσω στους δρόμους . αργά το βραδύ .στα σοκάκια της ευαγγελιστρίας . . . .
Χωρίς να υπάρχει λόγος
Έτσι απλά να χαθώ και εγώ μέσα στον κόσμο στο σκοτάδι

Φτάνω χαμηλά αγίου Κωνσταντίνου .
Περνώ Κουμουνδούρου και αράζω .Παίρνω 2 μπύρες . η μια μονορούφι η άλλη χαλαρά σκέπτομαι δεν έχω ούτε ταυτότητα μαζί μου ……..πλάκα θα είχε μια εξακρίβωση στοιχείων …..
Σκέψεις για το τι όμορφα είναι ορισμένα μέρη την νύχτα
που την ημέρα γίνετε απλά χαλασμός κυρίου …….
.ερώτηση ….. γιατί είσαι εδώ τώρα ρε παπάρα …..νύσταξα ……να θυμόμουν τουλάχιστο το όνειρο ……
Την ξαπλώνω στο παγκάκι βάζω και μαξιλάρι το δερμάτινο …..καλά που το πήρα

Παρατηρώ πλαγιομετωπικά και ξαπλωτός…. Μια μορφή μια ψυχή ταλαιπωρημένη … που στο πρώτο κοίταγμα της λες ότι το σώμα είναι εδώ ….
η ψυχή έχει φύγει …
κοιτάει ψηλά αλλά την κρατά φυλακισμένη η σάρκα …μια ψυχή μαστουρωμένη από την στέρηση της ελευθερίας να πετάξει μακριά στο φως ….
Ένα κορμί στο φανάρι να ζητά από τους οδηγούς…….
Μου κάνει κλικ πάω παίρνω δυο σουβλάκια. Κάθομαι στο παγκάκι απέναντι της σχεδόν
Κοπέλα ήταν ……
Παρατηρώ ……
Μαύρο τζιν που κάποτε πρέπει να ήταν ξεβαμμένο μπλε, Γκρι μπλουζάκι που κάποτε πρέπει να ήταν …. Ανοιχτόχρωμο. Τα μάτια της έμοιαζαν με μαύρες τρύπες ….πάνω σε ένα εκρού πανί τσαλακωμένο σε μορφή προσώπου …Το περπάτημα σχεδόν καμπουριαστό . . . . τα χεριά ήταν απλά κόκαλα τυλιγμένα με δέρμα ……
Σκέψεις ……τι κάθομαι και κοιτώ ξημερώματα (τέσσερις η ώρα ) και χαλιέμαι ….
Άσε τον κόσμο στην δυστυχία του ……έτσι είναι η ζωή ……
Πάντως άσχετα με το κατρακύλισμα φαίνετε ότι ήταν όμορφη κοπέλα ……
Με κοιτά ….. την φωνάζω ……έρχεται σέρνοντας αυτό το κορμί που δεν λέει να κάνει πίσω ….
Με κοιτά την κοιτώ ….. πεινάς ? … έλα πάρε …της δίνω το φαγητό και σκέπτομαι ….να της δώσω Κανά 50αρικο …..να πα να κοιμηθεί να κάνει ένα μπάνιο …..
με κοιτά …. Μου δίνει το ένα σουβλάκι ….. παρέα σκέφτηκα ..Μαλακία το 50 αρικο σε δόση θα πάει να τα δώσει …..

Δεν μιλάμε πίνει την μπύρα μου …..
…..απλά με κοιτά . ………..
Οι μαύρες τρύπες στο πρόσωπο της έτοιμες να στάξουν απόσταγμα πόνου Αυτό πέρασε από το μυαλό μου …..Βουρκώνω ….. γελάω ….. με κοιτά …..
Κάτι τρέχει με το παρουσιαστικό της …….Κάτι με τρέχει και μ' εμένα ……κάτι …. με τρώει το μυαλό μου ψάχνω εικόνες ….
Την κοιτώ ……………………
Κοιτώ ..τα χεριά της ….. σημάδια ………..Τα πόδια της …. Μελανιασμένα ………..….
Δε μιλάμε . ακόμη εγώ χαμογελώ και ντρέπομαι που ίσως την έφερα σε δύσκολη θέση …..,
Τρώει …τα δόντια της άσπρα περίεργο ……την κοιτώ. Τα μαύρα μάτια με κάνουν να κοιτάξω το πάτωμα…
βουρκωμένα μαύρα μάτια …Δεν μιλάμε…..
Έτσι όπως καθόμαστε στο παγκάκι …. το τζιν σηκωμένο …
ένα τατουάζ λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο ……
Το τατουάζ…………………………………….
Ένα δελφίνι με ένα……. πουλί ……… ένα γεράκι κοιτιούνται …

Ταξίδι στο χρόνο μέσα σε δευτερόλεπτα ….Σχεδόν δέκα χρόνια πέρασαν από μπροστά μου …. Σβηστήκανε …
Μηχανή του χρόνου έγινε το μυαλό μου ….με όλες τις εικόνες και λεπτομέρειες …..στιγμές γνωριμίας χαράς , θάλασσες φιλιά ταξίδια βουνά χωρισμός πόνος ………….ποσά λεπτά πέρασαν έως ότου ξαναδώ το παρών δεν ξέρω ….
Βρέθηκα όμως να της κρατώ το χέρι … φοβήθηκα
Το στομάχι έφυγε από την θέση του . . …..η καρδιά μου σταμάτησε για λίγο και μετά έκανε πολλά γκτουπ γκτουπ ..….έκλαιγε ….

Έφυγα ….. τρέχοντας …..όπως και τότε ……με εικόνες να με κυνηγούν ……..σταμάτησα … ξανά πίσω ….Ξαναγύρισα τρέχοντας ήταν ακόμη εκεί …..κοιτούσε ακόμη εκεί που καθόμουν ………….Αλλά εγώ ήμουν πίσω της ………………..


Δήμητρα………………;

.........

Η Δήμητρα δεν είναι πια εδώ …έφυγε ετούτο το καλοκαίρι…..

Κατάφερε και έφυγε …….όσο και αν προσπάθησε…Να κρατηθεί η ψυχή μαζί με το σώμα ……………

Ένα βράδυ όμως …….. τα μάτια της λάμπανε όπως παλαιά …

Μιλήσαμε ….. γελάσαμε …… και λίγο πριν το φως του ήλιου φανεί …..

Της άρεσε η ανατολή …. Η ζεστασιά του ήλιου ….μετά το σκοτάδι…..

Άσε με να φύγω ….. και χαμογελούσε …..και έκλαιγα ….όπως και τώρα .
Έκανα ένα τσιγάρο έξω …..

Τα μάτια της μαύρισαν πάλι … το χαμόγελο έμεινε …..

το χέρι της …… το άγγιξα και έσφιξε το δικό μου …….πάγωσε….

το δικό της ….το δικό μου …..το κορμί μου όλο …..

Αντίο ………

Ο Θεός λείπει.

Τους συγγενεις μας δεν τους διαλεγουμε

Τους φιλους μας ομως τους διαλεγουμε

Ειδικα αυτους που θεωρουμε πια αδερφους


Ο αδερφος μου ο διαλεγμενος ο Ηλιας προσφατα εχασε τον πατερα του. Μετα απο μια συντομη αλλα πολυ κουραστικη για ολους μαχη με τον καρκινο, τελικα δεν τα καταφερε. Ουτε αυτος να το ξεπερασει ουτε κανενας να το καταλαβει κ να το χωνεψει. Ισως παλι μερικες φορες καποια πραγματα καλο θα ειναι να μενουν αχωνευτα.
Ισως ετσι μας μενουν

Δεν εχει σημασια

σε καποια στιγμη, παρεδωσε σε κοινη θεα μια εικονα της ψυχης του. επειδη προκειται για μια υπεροχη ψυχη, επιτρεψτε μου να κρατησω ενα αποτυπωμα της εδω.. κ να αφησω τις σκεψεις του σε ενα μπουκαλι στον διαδικτυακο ωκεανο. Ποιος ξερει..



Μνημόσυνο σε 20 κομμάτια...

Όπως οι περισσότεροι ξέρετε (αν όχι όλοι) ήμουν στο πρώτο μνημόσυνο του πατέρα μου το σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Παρακάτω ακολουθούν είκοσι πράγματα που έμαθα από αυτήν την εμπειρία:

20) Οι ξένοι είναι πάντα περισσότεροι. Γραίες με μαύρα τυλιχτάρια στέκονταν σε αναμονή της εξύμνωσης της ψυχής του νεκρού, πολλαπλάσιες σε σχέση με τους συγγενείς. Αν κάποιος παρατηρήσει καλύτερα θα δει πως στην πραγματικότητα κάνουν πρόβα για το αναπόφευκτο και το επιθυμούν με αυτόν τον τρόπο.
19) Οι καμπάνες σε ερημικά χωριά ακούγονται πάντα πένθιμες...
18) Γίνεται, αν σταθείς πολύ ώρα σε ένα τάφο, απόγευμα, να νομίσεις πως ο ορίζοντας αποτελείται μόνο από σκέψεις.
17) Τα καφενεία λειτουργούν ακόμα και όταν υπάρχει ένας πελάτης σε χώρο για εκατό. Πάντα.
16) Μην έρθεις ποτέ αντιμέτωπος με την παράδοση που δεν έχει εξασθενήσει.
15) Είσαι αναγκασμένος να φορέσεις (αν είσαι άντρας) μαύρο παντελόνι με τσακίσεις, πουκάμισο και να μην ακούς μουσική, οποιασδήποτε μορφής. Ο λόγος δεν είναι η ασέβεια αλλά ο φόβος μην σε καταραστούν οι παρευρισκόμενοι.
14) Ο δίσκος με τα κόλυβα, οι λαμπάδες και τα κεριά πρέπει να είναι στημένα μπροστά από την Αγία Τράπεζα πριν τις 07.00. Μετά, όπως λέγεται, ο Παππάς θα νευριάσει και θα πρέπει το θείος μένος να κατευναστεί με περισσότερα χρήματα. Το πρώτο μισό της προηγούμενης πρότασης είναι σωστό.
13) Όταν τελειώνει ένα μνημόσυνο πίνεις καφέ, μετά κονιάκ και μετά συνηθίζεται να τρως. Είσαι υποχρεωμένος να πεις έστω μία φορά "η ζωή προχωράει..."
12) Οι μακρινές θείες φιλάνε απότομα και σβουριχτά...
11) Αισθάνεσαι αμήχανα όταν είσαι μέσα στην εκκλήσια και προσποιείσαι πως καταλαβαίνεις τι ψέλνει ο Παπάς. Σιγομουρμουράς τον τελευταίο στίχο ("εις τους αιώνας των αιώνων") και γίνεσαι έτσι μέρος του συνόλου κερδίζοντας ευκολοξόδευτο σεβασμό.
10) Μην προσπαθήσεις ποτέ να κάνεις χιούμορ με τον εαυτό σου όταν είσαι σε ένα νεκροταφείο. Είναι αδύνατο να έχεις τόσο χιούμορ.
09) Δεν απολαμβάνεις παρά μόνο την τελευταία ανάσα που παίρνεις κάθε στιγμή.
08) Ο Θεός λείπει.
07) Ο έρωτας είναι διαιρέτης του θανάτου. Η διαίρεση αφήνει πάντα υπόλοιπο.
06) Δεν είναι ανούσιο να επιθυμείς την ανάσταση.
05) Οι άνθρωποι λυγίζουν πάνω στις πέτρες και πιάνουν το χώμα με τα χέρια αν χρειαστεί.
04) Τα συναισθήματα αποτελούνται από χλωροφύλλη.
03) Οτιδήποτε και αν κάνεις δεν έχεις καμία ελπίδα να θησαυρίσεις από την λύπη.
02) Η μελαγχολία, όταν αγιοποιηθεί, είναι ακριβώς το ίδιο με την νοσταλγία.
01) Το αναπόφευκτο είναι ζωτικό όργανο του ανθρωπίνου σώματος.


Τρίτη

πως φτασαμε ως εδω...

Φτάσαμε και πάλι σε εκείνο το σημείο που χειροτερεύει κάθε φορά που αναδημιουργείται, μια κοινωνία που μόνο κοινωνία δεν είναι, άτομα δίπλα σε άτομα, πολλά άτομα.. που το μόνο που τους δένει είναι το ότι το καθένα από αυτά ανεβαίνει το δικό του γολγοθά δίπλα στο άλλο. Μη με ενοχλείτε, προσπαθώ, κουράζομαι, θυσιάζομαι για να πετύχω αυτά που αποφάσισα ότι έχουν σημασία. Με γαμάνε από παντού, δε βλέπω όμως άλλη λύση, είμαστε πολλοί αλλά μόνοι, ο καθένας στον δικό του αγώνα. Δάνεια, σπίτια, αυτοκίνητα, η μηχανή μου, τα παιδιά, το κινητό τους, η βιτρίνα μου, δάνεια, δάνεια.. εδώ που έφτασα, τι; Μια ενεσούλα τη μέρα, πονάει αλλά όχι τόσο που να πετάξω τη σύριγγα από πάνω μου, ας συνεχίσω αυτό που ξεκίνησα. Ετσι κάνουν όλοι, εξάλλου. Οχι μαζί μου, δίπλα μου.

Ενα παιδί έπεσε. Πάλι. Δεν είναι το δικό μου παιδί. Αλλά και πάλι, θα μπορούσε. Πονάει. Πόσο; Τι παιδί; Τι ήθελε εκεί; Τι να θέλει.. τι τι παιδί.. δεν μπορώ να ηρεμήσω. Αυτή ή σύριγγα έσπασε μέσα στο χέρι μου κι έμεινε εκεί.
Σπάνε. Ποιοι; Τι σημαίνει γνωστός-άγνωστος. Ας πάω να δω. Για άλλη μια φορά. Δεν μπορώ να μην είμαι εκεί. Τι σπάνε; Γμτ δεν μπορώ να ησυχάσω. Μου τάραξαν τη ζωή. Με σκουντάνε. Να σηκωθώ ή να γυρίσω πλευρό;
Οταν έκανα μια σιωπηλή διαμαρτυρία, απλά δεν άκουσε κανείς. Οταν έκλεισα έναν δρόμο με έβρισαν που τους καθυστερούσα για να πάνε στη δουλειά. Οταν βρέθηκα "τη λάθος στιγμή στο λάθος μέρος" μέ πήγαν μέσα για να δω την κωμωδία από κοντά. Ποιον δρόμο να πάρω;

Σας καταλαβαίνω, λέει, πείτε ό,τι έχετε να πείτε, αλλά μη με ενοχλείτε εμένα, είμαι αθώος και τραβάω τα ζόρια μου.
Ποιοι είμαστε εμείς, ποιοι εσείς, ποιοι είναι αυτοί, ποιος είναι ο εχθρός. Πόσο ψηλά μπορώ να ανέβω για να δω καθαρά τι γίνεται εκεί κάτω; Εδώ δίπλα;
Δεν έχω σπάσει ποτέ τίποτα. Τράπεζες; Δημόσια κτίρια; Αστυνομικά τμήματα; Βιβλιοθήκες; Το μερίδιό μου θα το πληρώσω ευχαρίστως, τόσα ανούσια πράγματα πληρώνω, την οργή για έναν άδικο θάνατο παιδιού δε θα πληρώσω; για μένα - κάψτε τα. Εσείς.. Κι εγώ οργίζομαι, αλλά τα λυπάμαι τα βιβλία. Περιουσίες φιλήσυχων πολιτών; Μπορώ να σπάσω τη μηχανή μου; Με πονάει. Κι από τη μία και από την άλλη πλευρά. Δεν μπορώ να το κάνω. Μπορεί να μου τη σπάσουν άλλοι. Πονάει ήδη και μόνο η ιδέα. Μήπως λυτρώνει όμως ταυτόχρονα; Θυμάμαι τον φίλο που του είπαν μια μέρα.. "αδερφέ, καίγεται η μηχανή σου". Κούνησε το κεφάλι με πόνο και κατανόηση. Την είχε δουλέψει. Αλλά ήταν ελεύθερος. Εχω βαρεθεί να καταλαβαίνω.
Κάποτε μου την έκλεψαν. Το μόνο που με παρηγόρησε τότε, ήταν ότι θα μπορούσε να γίνει μια από εκείνες τις.. μηχανές μεγάλου κυβισμού με τις οποίες διέφευγαν οι ληστές από την τράπεζα.. Εδώ φτύνουμε αίμα για να μας τα κλέβουν κοστουμάτοι και πάμε για καφέ χαρούμενοι.

Απότομη διακοπή για διαφημίσεις. Η ελευθερία εκφρασμένη με μία λέξη: Jeep. 70 άτοκες.

Δεν αντέχω να βλέπω παιδιά να δακρύζουν. Μια μέρα θα πονέσουμε όλοι τόσο που θα σπάσουμε εμείς οι ίδιοι τα "όνειρά" μας, είτε γιατί δε θα είναι πραγματικά, είτε γιατί δε θα έχουν πια σημασία. Ηρθε η μέρα; Οχι ακόμα, με έχουν κουρδίσει καλά. Εγώ είμαι ο εχθρός μου.

Πέμπτη

ΔΡΟΜΟΙ................

Πως τα φερνει η νυχτα ποτέ δεν κατάλαβα .
Μα το ξέρω από το πρωι ότι ηρθε πάλι .

Ηρθε πάλι απροσκλητος να μου πει , να μου δειξει , να με προβληματισει
Και εγώ να τον κοιτώ , να τον ακουω και στο τελος απλά να τον πολεμησω .
Για να διωξω αυτό το κακό .
Μα δεν ξέρω αν είναι κακό . Δεν ξέρω αν είναι εχθρος …
Δεν είναι ομορφος δεν φερνει στολιδια , μόνο λόγια και τοπους μακρινους , δρομους αδειους , λευτερους , αληθινους λέει ….…
μερη .. θαλασες γαλαζες , ουρανους γεματους αστρα, και χαμογελα
αληθινά χαμόγελα λεει … .
και όλα αυτά …. Αν του δωσω τα κλειδια του καστρου μου …
αν ανοιξω ξανά την καρδιά μου να πάρει αερα , όχι να του την δωσω ..
να ξεμουχλιασει μονο, να την λευτερωσω , να αναπνευση να οξυγονωθει ,λέει αυτός….

Και όμως εγώ θα τον πολεμησω ξανά και ας μην ξέρω .
Και ας μην μαθω .
έτσι απλά επειδή μου το μαθατε εσείς , μικρα ανθρωπακια αυτου του
κοσμου … Έτσι επειδή ίσως είναι δικος σας εχθρος …
Επειδή δουλεια σας είναι να σκλαβωνεται ψυχες ….καρδιες …
ανθρώπους ….

Να φτιαχνετε κοσμους …Με ψευτικους νόμους …. Με ψεύτικα χαμόγελα …. Με κρυες καρδιες
Με τις μαύρες σας ψυχες …

Και ναι θα πολεμησω πάλι ξανά τον ΔΡΟΜΟ αυτόν που κοιτω ,τον δρομο αυτόν που με κοιτά και θε να με ταξιδεψει …

Τουτο το βράδυ …θα πολεμησω ξανά για τις μαύρες ψυχες σας .
Για εσάς ……για την αγνοια μου …..για την ησυχια μου ….

Μα αν βρω την δύναμη ποτέ και κάνω το πρώτο βημα ….
Τότε Να φοβαστε περισσότερο εσείς …Και ας φοβαμε εγώ πρωτος μην χαθω μην πεθανω φευγοντας από το δικο σας κόσμο …
Θα φοβαμαι και εγώ αλλά θα μαθω την αλήθεια και αν πεθανω με το βημα τουτο …. θα είναι για μια ανασα καθαρου αερα ….

Εσείς να ζητε με τον φοβο … όταν κάνω το βημα τουτο μην και ζησω , γιατί δεν θα υπαρχετε για μένα πια . Και αν κάποιος με ρωτα για εσας , θα λέω πως εισαστε ένα παραμύθι .
Και έτσι θα γίνω η αρχή του τελους για εσάς …

Αυτός ο δρομος .. πάλι με φωναζει . αυτό το πεζοδρομιο πάλι είναι σκοτεινο .
Πολεματα καρδιά μου και κοιμησου .. μα όταν ξυπνησεις να θυμασαι .......




Εκεί στο βαθος είναι το φως ….και αλλοι ειναι οι οχτροι σου...

Παρασκευή

Ψιλόβροχο.

Tώρα είναι η στιγμή που πρέπει να κοιτάξω ένα χρόνο πίσω. Για να βρω πως έφτασα μέχρι εδω. Πράγμα καθόλου εύκολο.
Kαι βάζεις ξανά το κλειδί στην πόρτα. Πέρασε καιρός. Ξεσκονίζεις κανα βιβλίο από αυτά που είναι στο πάτωμα. Σκέφτεσαι αν σε βγάζει η βενζίνη για να πας τουαλέτα. Όπως βάζοντας το κλειδί στην πόρτα περίμενες να πάρει το σπίτι μπροστά. Kαι δεν πήρε. Kαι σέρνεσαι από το κρεβάτι στον καναπέ. Kαι βάζεις να δεις καμιά ταινία που έχεις ξαναδεί. Δεν έχεις όρεξη για εκπλήξεις. Nα σε εκπλήξει τι? Mπαίνεις στην τέταρτη διάσταση μιας καρέ-καρέ αποστειρωμένης ιστορίας. Kάποια βαρετά σημεία τα περνάς. Σταματάς και ξανασυνεχίζεις. Δεν ξεφορτώνεις ακόμα. Πατάς σε λεπτό πάγο φίλε μου. Περίμενα από εσένα να μην αναρωτιέσαι γιατί γύρισες. Δως μου λίγο χρόνο μόνο. Λίγο χρόνο ακόμα. Δεν με πειράζει που γύρισα. Aυτό το ήξερα από την αρχή. Aπλά το μάτι μου γυαλίζει ακόμα.
Kοιτάω τις φωτογραφίες. Kάποιες είναι αρκετά συμπαθητικές. Aλλά αυτές που έχουν μυρωδιά δεν υπάρχουν. Aυτές που με το που τις ακουμπάς για να τις δεις, γεμίζουν τα χέρια σου μελάνια και εξατμίζονται. Aυτές σκάνε σαν φλας μπακ σε άσχετες στιγμές. Έρχονται από το πουθενά. Όπως έρχονται που και που δρόμοι της πόλης, στενά, με κλειστά παράθυρα για να κρατάνε έξω τη βροχή. H μυρωδιά της υγρασίας κάτω από ριγέ ταπετσαρίες. Eνα γκουλουαζ ξεντεριαζμένο σε λιθόστροτο. Mπερδεμένα όλα αυτά με τα κλισεδιάρικα φιδίσια ποτάμια ασφάλτου. Mε συνεφιασμένα λειβάδια ήλιου. Mε τα κύματα του ατλαντικού να ξεπλένουν τα βράχια. Nα τα σιγοτρώνε.
Tο μυαλό σου δε σηκώνει και πολλά. Γι’ αυτό που και πού παρανοείς. Kουνάς χέρια και πόδια. Tραβολογάς το τιμόνι. Σηκώνεσαι όρθιος. Bρίζεις. Aνεβαίνει η ένταση της φωνής σου. Mικρές στιγμές απόλυτης παράνοιας. Bαλβίδα αποσυμπίεσης. Xαμηλώνεις τη φωτιά και περιμένεις. Σιγά μην περιμένεις.
Δεν παλεύεται η φάση. Δεν κοιτάς πίσω. Δεν κουράζεσαι συμβατικά. Δεν κρυώνεις ούτε ζεσταίνεσαι το ίδιο. Δεν φοβάσαι. Mέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα όλα μπορεί να αλλάξουν. H απόκριση στο γκάζι σαν σε αργή κίνηση με ένδειξη REPLAY πάνω δεξιά στην οθόνη. Έχεις φτάσει στην επόμενη στροφή. Eκπαιδεύεσαι στο να μην χορταίνεις με τα αποφάγια του χτες. Δεν καταναλώνεις εικόνες. Kαρφώνονται πάνω σου σαν σπασμένη τζαμαρία. Kαι αφήνουν σημάδια για να τις θυμάσαι. Όλες οι λάθος στροφές οδηγούν εκεί που θες να πας. Δεν χάνεσαι. Έχεις αφεθεί στο παιχνίδι της απώλειας από καιρό. Aν δε χαθείς δεν μαθαίνεις. Eίτε κάνεις τυχαίες διαδρομές διασχίζοντας διαγώνια μια πόλη. Διασχίζοντας τις αντιφάσεις της. Tα μάτια δεν είναι φακός. Tα αυτιά δεν είναι όργανα ηχοληψίας.
Kι εσυ συνεχίζεις. Πως να χαθείς κάπου που πρώτη φορά βρίσκεσαι. Γι’ αυτό ήρθες μέχρι εδω. Γι’ αυτό συνεχίζεις.
Kαι κάπου κάπου επανέρχεται η φωνή ενός αυτόχειρα μεθύστακα από τις ανατολικές όχθες του σηκουάνα… «Όμορφα παιδιά η περιπέτεια πέθανε»… Kαι σε κάποιους ακούγεται ως τετελεσμένο γεγονός. Σε κάποιους άλλους σαν υποχρέωση να τις επανεφεύρουν. Mια μικρή απόπειρα ήταν αυτοί οι 12 μήνες. Mε έμαθαν ξανά πόσο μου λείπει η πόλη μου. Oι διαδρομές της. Tα χασίματα σε γειτονιές που δεν ξέρεις. Nα χάνεσαι για ώρες σε στενά και να ξύνεις πληγές. Για 8.8 ή για 8800 χιλιόμετρα. Aν είναι να ταξιδέψουμε ας ξεκινήσουμε από εδώ. Όπου κι αν βρίσκεται το εδω για τον καθένα. Aλλά χωρίς αυτό δεν ταξιδεύεις. Kυνηγάς τον μπροστινό τροχό σου. Eνώ το βλέμμα σου πρέπει να μένει στην έξοδο της επόμενης στροφής. Aκόμα και αν είναι η έξοδος κινδύνου…

Κυριακή

Κακό σημάδι...

Είναι κακό σημάδι ότι τα λέω εδώ. Είναι εκείνες οι φορές που αρχίζεις να μιλας στον εαυτό σου... Εκείνες οι φορές που παίρνεις τους δρόμους και δεν θες να σταματήσεις πουθενά... Παραμιλητό σε ρόδες... Αλλά δεν μπορώ να οδηγήσω ακόμα. Και αν δεν μπορείς να το κάνεις πραγματικά, το κάνεις με το μυαλό σου... Κλεινω τα μάτια. Και παω μια βόλτα. Και το ρημάδι το μυαλό δεν στρίβει εύκολα. Δεν υπάρχουν οδηγίες γι’ αυτά τα πράγματα... Ευτυχώς...

Αλλάζω σπίτια συχνότερα από το μέσο όρο. Εμεινα στο τελευταίο έξι χρόνια. Και τώρα φεύγω. Δυο στενά η δυο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Μικρή σημασία έχει. Όπως όταν μαζεύεις τα πράγματα για ταξίδι. Φεύγεις και δεν ξέρεις που θα γυρίσεις. Αλλά τώρα πρέπει να τα πάρεις όλα μαζί κύριοοος.
Και κάθε φορά κάτι αφήνεις πίσω. Κάτι μετανοιώνεις που δεν πήρες. Κάτι πετάς. Γεμίζεις σακούλες με σκουπίδια. Από χάρτες που δεν σημάδεψες ποτέ. Από χάρτες που κάθε χιλιοστό τους είναι και χίλιες ιστορίες. Από χάρτες που άλλαξαν και ‘συ δεν θα μπορέσεις να δεις τους τόπους και τους ανθρώπους τους όπως ήταν πριν. Από παλιές φωτογραφίες. Από κλήσεις που πληρώθηκαν. Από μικρά εγκλήματα που έμειναν ατιμώρητα στα χαρτιά.

Γεμίζεις κούτες οργανώνοντας το κάθε τι ή πετάς μέσα ότι βρεις μπροστά σου γιατί φεύγεις βιαστικά. Όπως και να ‘χει φεύγεις. Μεταφέρεις τον κόσμο σου αλλού. Και ο χώρος μικραίνει ή μεγαλώνει ανάλογα με αυτά που κουβαλάς. Είκοσι τετραγωνικά και δεν χωράει ένα κρεβάτι και ένα γραφείο...

Και θυμάσαι την κάθε φορά που έφυγες. Απο εδώ. Και που γύρισες. Και που αγκάλιασσες. Για να αγκαλιαστείς. Για να κρυφτείς. Για να σταματήσεις πια να φοβάσαι. Μικρή σημασία έχει. Αλλάζεις βάση. Παίρνεις τα ταξίδια σου και τα επόμενα θα τα σχεδιάσεις από αλλού. Τα σημάδια στον τοίχο από τα «μην ξεχάσω τα δευτερα κλειδιά» στο πάτωμα. Περιμένουν να περάσουν στην ιστορία.

Όλα τα πράγματα χωράνε στο πίσω κάθισμα. Κάπου θα βρεις ένα στρώμα. Κάποιος θα πετάξει ένα γραφείο. Αλλά τα προσωπικά σου είδη χωράνε στο πίσω κάθισμα. Και κάθε φορά που φεύγεις είναι σαν να αφήνεις έναν κόσμο για πάντα. Σαν να αρχίζεις από την αρχή. Βασικές κοινοτυπίες...

Τι να βάψεις και πως. Και νιώθεις κουρασμένος. Χωρίς να έχεις κάνει τίποτα. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε λευκό ντουβάρι. Για να μην τρελαθείς. Δεν έχεις ανάγκη εσυ.

Δεν έχει θέα από το καινούργιο σπίτι. Και στην αρχή θα γυρνάω μηχανικά στο παλιό. Όπως όταν χωρίζεις, στην αρχή, το μυαλό σου γυρνάει εκεί που «ξέρει». Εκεί που είχε μάθει. Στομάχι πάντα σφιγμένο. Δεν ξέρεις αν ξερνάς γιατί χώρισες ή αν ξερνάς χωρισμούς...
Και ξυπνάς ένα πρωί και ξέρεις που είσαι. Το παρελθόν είναι για να κοιτάμε, όχι για να γυρνάμε ξανά και ξανά...
Σάββατο βράδυ. Θα χρειαστεί ενα μικρό ταξίδι μόλις μπορέσω πάλι να σταθώ στα πόδια μου. Και θα το κάνω.

Τελειώσαν τα σημειώματα «μην ξεχάσεις να πάρεις τα δεύτερα κλειδιά». Ξεθώριασε το κίτρινο χαρτί. Το μελάνι. Κυκλοφορείς με ένα μάτσο κλειδιά. Ένα μάτσο κλειδιά που δεν ανοίγουν καμιά πόρτα.

Βάζουμε μπροστά και πάμε... Χωρίς δευτερα κλειδιά. Τι φοβάσαι μωρέ? Μη κλειστείς απ’ έξω? Τέτοιο βράδυ? Με ψιλόβροχο και το πίσω κάθισμα φορτωμένο?

Ανοίγω τα μάτια ξανά... Θέλω να ξανανιώσω το τιμόνι στα χέρια μου... Λίγο υπομονή ακόμα... Στο δρόμο ξανά... Απλά θα επιστρέφω αλλού...

Καλημέρα...

Τρίτη

Zεϊμπέκικο ή αλλιώς "Ο μοναχικός θρήνος"

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.

Είναι η σωματική έκφραση της ήττας
. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη
. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.

Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,

ρίξε μια γλυκιά πενιά,

σαν γεμίσω το κεφάλι,

γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.

(Τσέτσης)


Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό
. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.

Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.

Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα

του θανάτου η καμπάνα και για μένα.

(Τσιτσάνης)



Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,

όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.

(Βαμβακάρης)


Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*
· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.


Είναι χορός μοναχικός.

Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι' αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.

Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.


Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.


Και στο μάτι δεν κολλάει.


Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ' άλλα.
Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.

(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ' όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)

Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι' αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.


Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.


Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν' ανοίξει η γη να μπει».


Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.

Πότε μ' ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.


Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.


Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.


Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.

Μπορεί και να γίνει έτσι.


Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.

Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.


---------

* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».